προφαντός

προφαντός
η , ό поспевающий рано, ранний (о плодах);

προφαντές τομάτες — ранние помидоры


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "προφαντός" в других словарях:

  • προφαντός, -ή, -ό — και τροφαντός ή, ό για καρπούς και κυρ. για λαχανικά, αυτός που πρώτος ωριμάζει, που παρουσιάζεται πρώτος στην αγορά: Ντομάτες προφαντές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρόφαντος — appearing at a distance masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφαντός — ή, ό, Ν (για καρπούς) αυτός που ωριμάζει πρώτος, τροφαντός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. πρόφαντος, με καταβιβασμό τού τόνου] …   Dictionary of Greek

  • πρόφαντος — η, ο / πρόφαντος, ον, ΝΑ [προφαίνω] νεοελλ. πολύ φωτεινός, φαεινός («φαντάζει, μέσ στην πρόφαντη αντηλιά», Γρυπ.) αρχ. 1. αυτός που φαίνεται από μακριά, ο γνωστός σε όλους («πρόφαντον σοφίᾳ καθ Ἕλλανας», Πίνδ.) 2. αυτός που προδηλώνεται με χρησμό …   Dictionary of Greek

  • πρόφαντον — πρόφαντος appearing at a distance masc/fem acc sg πρόφαντος appearing at a distance neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφάντῳ — πρόφαντος appearing at a distance masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόφαντα — πρόφαντος appearing at a distance neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναφαντός — ή, ό [αναφαίνω] (για καρπούς) ο προφαντός, ο μεστός …   Dictionary of Greek

  • πρωτόφαντος — η, ο για καρπούς και λαχανικά, αυτός που βγαίνει νωρίς, ο πρώιμος, ο προφαντός, ο πρωτόλουβος: Πρωτόφαντα λαχανικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τροφαντός — τροφαντός, ή, ό και τορφαντός, ή, ό (αντί προφαντός) 1. πρώιμος, πρωτόφαντος (για καρπούς): Τροφαντό πορτοκάλι. 2. μτφ., παχύς, καλοθρεμμένος, μεστωμένος (για ανθρώπους): Τροφαντό κορίτσι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»